Τα τσακωνικά επίθετα συμφωνούν με το ουσιαστικό που προσδιορίζουν ως προς το γένος, τον αριθμό και την πτώση — οι καταλήξεις τους αλλάζουν για να ταιριάζουν με εκείνες του ουσιαστικού. Το ίδιο σύνολο καταλήξεων επαναχρησιμοποιείται και στα τρία γένη, οπότε η εκμάθηση πρώτα του ονοματικού συστήματος (δείτε 5.1 Ουσιαστικά) καθιστά τις καταλήξεις των επιθέτων σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμες.
Για ελληνόφωνους: Όπως και στα Νέα Ελληνικά, τα επίθετα συμφωνούν σε γένος, αριθμό και πτώση· οι καταλήξεις όμως διαφέρουν: ατσ̌έ άθρωπο (μεγάλος άντρας) αλλά ατσ̌ά γουναίκα (μεγάλη γυναίκα).
Γραμματικό γλωσσάρι:
- Συμφωνία: η απαίτηση το επίθετο να αντιγράφει το γένος, τον αριθμό και την πτώση του ουσιαστικού που προσδιορίζει.
- Γένος: η γραμματική κλάση ενός ουσιαστικού —αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο— που καθορίζει την κατάληξη του επιθέτου.
- Αριθμός: ενικός ή πληθυντικός.
- Πτώση: ο γραμματικός ρόλος της φράσης (υποκείμενο, κτήτορας, αντικείμενο)· δείτε 5.1 Ουσιαστικά.
- Οξύτονο: λέξη τονισμένη στην τελευταία συλλαβή (καλέ).
- Παροξύτονο: λέξη τονισμένη στην προτελευταία συλλαβή (κουβάνε).
- Προπαροξύτονο: λέξη τονισμένη στην προπροτελευταία συλλαβή (ντόκιε).
- Κλιτικό παράδειγμα (κλιτική τάξη): ένα σταθερό πρότυπο καταλήξεων· τα τσακωνικά επίθετα ομαδοποιούνται σε κλάσεις με ετικέτες E1–E6.
- Θετικός / Συγκριτικός / Υπερθετικός: οι τρεις βαθμοί σύγκρισης (‘μεγάλος’ / ‘μεγαλύτερος’ / ‘ο μεγαλύτερος’).
Αυτή η ενότητα βασίζεται στη (García Chaparro, 2023) και στη σύντομη γραμματική του Κωστάκη (1951).
Για το σύστημα πτώσεων και γενών, δείτε 5.1 Ουσιαστικά. Για τη συνολική δομή της γραμματικής, δείτε τον ευρετήριο 5. Γραμματική.
Κλίση κατά πτώση
Όπως τα ουσιαστικά, τα επίθετα κλίνονται κατά πτώση, αλλά εμφανίζονται πάντα συνδεδεμένα με ένα ουσιαστικό, οπότε η πτώση τους υπαγορεύεται από τη συμφωνία και δεν επιλέγεται ανεξάρτητα. Ένα επίθετο παίρνει όποια πτώση έχει το ουσιαστικό-κεφαλή του:
- Ονομαστική — όταν το ουσιαστικό είναι το υποκείμενο ή κατηγορούμενο: ο μονέ άθρωπο (o moné ázropo, ‘ο μόνος άντρας’).
- Αιτιατική — όταν το ουσιαστικό είναι άμεσο αντικείμενο ή διέπεται από πρόθεση: ένι ορού το μονέ άθρωπο (éni oroú to moné ázropo, ‘βλέπω τον μόνο άντρα’). Στα περισσότερα επίθετα η αιτιατική είναι ίδια με την ονομαστική.
- Γενική — δηλώνει κτήση ή σχέση. Όπως στα ουσιαστικά, η γενική των επιθέτων είναι έντονα περιορισμένη: επιβιώνει κυρίως στον ενικό και εξαρτάται από το παράδειγμα — οι περισσότεροι τύποι τη σχηματίζουν σε -ου (E1, E2, E6), ενώ οι E4 και E5 τη σχηματίζουν σε -ε. Η κλάση E3 δεν έχει διακριτή γενική.
- Πληθυντικός — οι τσακωνικοί πληθυντικοί είναι σε μεγάλο βαθμό άπτωτοι: ένας ενιαίος τύπος πληθυντικού (Α -οι, Θ -οι, Ο -α για τους περισσότερους τύπους) εξυπηρετεί κάθε συντακτικό ρόλο.
Επειδή η πτώση του επιθέτου απλώς ακολουθεί το ουσιαστικό, οι παρακάτω πίνακες παρουσιάζουν κάθε παράδειγμα με τους τύπους ονομαστικής/αιτιατικής, γενικής και πληθυντικού.
Κλιτικά παραδείγματα
Οι κλάσεις των επιθέτων φέρουν ετικέτες E1–E6 κατά (García Chaparro, 2023). Η πιο αξιόπιστη ένδειξη για την κατάταξη ενός επιθέτου σε μια κλάση είναι πού πέφτει ο τόνος στον αρσενικό τύπο, γι’ αυτό οι ζωντανοί, παραγωγικοί τύποι οργανώνονται παρακάτω κατά τόνο: οξύτονοι, παροξύτονοι και προπαροξύτονοι.
Οξύτονα
Τα οξύτονα επίθετα τονίζονται στην τελευταία συλλαβή. Είναι ο πιο κοινός τύπος. Το αρσενικό και το ουδέτερο μοιράζονται την ίδια κατάληξη, ενώ το θηλυκό διαφέρει· η γενική είναι -ού και ο αρσενικός πληθυντικός -οί. Η επιλογή ανάμεσα στις κλάσεις E1 και E2 εξαρτάται από το σύμφωνο πριν από την κατάληξη.
Παράδειγμα E1 — Κατάληξη σε -έ, -ά, -έ
Χρησιμοποιείται όταν το σύμφωνο που προηγείται της κατάληξης είναι ν, δ, τ, λ ή ρ.
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -έ (-é) | -ά (-á) | -έ (-é) |
| Γενική | -ού (-oú) | -ά (-á) | -ού (-oú) |
| Πληθυντικός | -οί (-oí) | -οί (-oí) | -ά (-á) |
Παράδειγμα: μονέ (moné, ‘μόνος’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | μονέ (moné) | μονά (moná) | μονέ (moné) |
| Γενική | μονού (monoú) | μονά (moná) | μονού (monoú) |
| Πληθυντικός | μον̇οί (mon’oí) | μον̇οί (mon’oí) | μονά (moná) |
Παράδειγμα E2 — Κατάληξη σε -ό, -ά, -ό
Χρησιμοποιείται όταν το προηγούμενο σύμφωνο είναι οποιοδήποτε άλλο.
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -ό (-ó) | -ά (-á) | -ό (-ó) |
| Γενική | -ού (-oú) | -ά (-á) | -ού (-oú) |
| Πληθυντικός | -οί (-oí) | -οί (-oí) | -ά (-á) |
Παράδειγμα: κακό (kakó, ‘κακός’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | κακό (kakó) | κακά (kaká) | κακό (kakó) |
| Γενική | κακού (kakoú) | κακά (kaká) | κακού (kakoú) |
| Πληθυντικός | κακοί (kakoí) | κακοί (kakoí) | κακά (kaká) |
Παράδειγμα E3 — Κατάληξη σε -ιού, -ία, -ιού
Αυτή η κλάση συνεχίζει τα αρχαία ελληνικά επίθετα σε -ύς / -εῖα / -ύ.
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -ιού (-ioú) | -ία (-ía) | -ιού (-ioú) |
| Γενική | — | — | — |
| Πληθυντικός | -οί (-oí) | -ίε (-íe) | -ία (-ía) |
Παράδειγμα: βαθιού (vathioú, ‘βαθύς’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | βαθιού (vathioú) | βαθία (vathía) | βαθιού (vathioú) |
| Γενική | — | — | — |
| Πληθυντικός | βαθιοί (vathioí) | βαθίε (vathíe) | βαθία (vathía) |
Άλλα αυτού του τύπου: βαριού (βαρύς), πρατιού (πλατύς), μακριού (μακρύς). Μερικά επίθετα εκτός της αρχαίας κλάσης έχουν ενταχθεί στην E3 κατ’ αναλογία, π.χ. ρούσου (ξανθός), πάσου (κάθε / όλος).
Παροξύτονα
Τα παροξύτονα επίθετα τονίζονται στην προτελευταία συλλαβή.
Παράδειγμα E4 — Κατάληξη σε -ε, -α, -ιου
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -ε (-e) | -α (-a) | -ιου (-iou) |
| Γενική | -ε (-e) | -α (-a) | -ιου (-iou) |
| Πληθυντικός | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) |
Παράδειγμα: κουβάνε (kouváne, ‘μαύρος’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | κουβάνε (kouváne) | κουβάνα (kouvána) | κουβάνιου (kouvániou) |
| Γενική | κουβάνε (kouváne) | κουβάνα (kouvána) | κουβάνιου (kouvániou) |
| Πληθυντικός | κουβάν̇οι (kouván’oi) | κουβάν̇οι (kouván’oi) | κουβάνα (kouvána) |
Προπαροξύτονα
Τα προπαροξύτονα επίθετα τονίζονται στην προπροτελευταία συλλαβή.
Παράδειγμα E5 — Κατάληξη σε -ε, -ε, -ε
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) |
| Γενική | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) |
| Πληθυντικός | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) |
Παράδειγμα: ντόκιε (ntókie, ‘ντόπιος’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | ντόκιε (ntókie) | ντόκιε (ntókie) | ντόκιε (ntókie) |
| Γενική | ντόκιε (ntókie) | ντόκιε (ntókie) | ντόκιε (ntókie) |
| Πληθυντικός | ντόκιοι (ntókioi) | ντόκιοι (ntókioi) | ντόκια (ntókia) |
Το θηλυκό -ε είναι ίδιο με το αρσενικό· υπό την επίδραση της Νέας Ελληνικής εμφανίζεται επίσης ένα διακριτό θηλυκό σε -α (ντόκια).
Παράδειγμα E6 — Κατάληξη σε -ο, -ο, -ο
Και τα τρία γένη λήγουν σε -ο (γενική -ου)· όπως στην E5, ο θηλυκός πληθυντικός είναι -οι, ίδιος με τον αρσενικό.
Καταλήξεις:
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | -ο (-o) | -ο (-o) | -ο (-o) |
| Γενική | -ου (-ou) | -ου (-ou) | -ου (-ou) |
| Πληθυντικός | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) |
Παράδειγμα: όμορφο (ómorfo, ‘όμορφος’).
| Τύπος | Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| Ονομ. / Αιτ. | όμορφο (ómorfo) | όμορφο (ómorfo) | όμορφο (ómorfo) |
| Γενική | όμορφου (ómorfou) | όμορφου (ómorfou) | όμορφου (ómorfou) |
| Πληθυντικός | όμορφοι (ómorfoi) | όμορφοι (ómorfoi) | όμορφα (ómorfa) |
Παράρτημα: πλήρης πίνακας παραδειγμάτων επιθέτων
Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει όλα τα παραδείγματα επιθέτων σε ένα μέρος, με τύπους ενικού και πληθυντικού, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της (García Chaparro, 2023). Για να τον χρησιμοποιήσετε, εντοπίστε τον τόνο του αρσενικού τύπου και έπειτα αντιστοιχίστε τις καταλήξεις με μια γραμμή· οι στήλες Πληθ. δίνουν τις αντίστοιχες καταλήξεις πληθυντικού.
| Τόνος | Τύπος | Ονομ./Αιτ. Α | Θ | Ο | Γεν. (Α / Ο) | Πληθ. Α | Πληθ. Θ | Πληθ. Ο | Παράδειγμα |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Οξύτονο | E1 | -έ (-é) | -ά (-á) | -έ (-é) | -ού (-oú) | -οί (-oí) | -οί (-oí) | -ά (-á) | μονέ (μόνος) |
| Οξύτονο | E2 | -ό (-ó) | -ά (-á) | -ό (-ó) | -ού (-oú) | -οί (-oí) | -οί (-oí) | -ά (-á) | κακό (κακός) |
| Οξύτονο | E3 | -ιού (-ioú) | -ία (-ía) | -ιού (-ioú) | — | -οί (-oí) | -ίε (-íe) | -ία (-ía) | βαθιού (βαθύς) |
| Παροξύτονο | E4 | -ε (-e) | -α (-a) | -ιου (-iou) | -ε (-e) | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) | κουβάνε (μαύρος) |
| Προπαροξύτονο | E5 | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -ε (-e) | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) | ντόκιε (ντόπιος) |
| Προπαροξύτονο | E6 | -ο (-o) | -ο (-o) | -ο (-o) | -ου (-ou) | -οι (-oi) | -οι (-oi) | -α (-a) | όμορφο (όμορφος) |
| Οξύτονο | Ανώμαλο | -ί (-í) | -ά (-á) | -ί (-í) | — | -οί (-oí) | -οί (-oí) | -ά (-á) | μιτσί (μικρός) |
Συμφωνικές μεταβολές
Στο σημείο όπου ένα θέμα συναντά ένα επίθημα, ορισμένα σύμφωνα μεταβάλλονται προβλέψιμα. Δύο μεταβολές είναι σχετικές με τα επίθετα.
ρ → ζ̌ στον γυναικείο λόγο (πριν από ι)
Στον γυναικείο λόγο —ένα τεκμηριωμένο κοινωνιογλωσσικό χαρακτηριστικό των Τσακώνικων— το ρ μετατρέπεται σε ζ̌ όταν βρίσκεται ακριβώς πριν από το ι. Αυτό επηρεάζει τους τύπους αρσενικού (-ιού) και θηλυκού (-ία) των επιθέτων E3, όπου το τελικό ρ του θέματος προηγείται αμέσως του αρχικού ι του επιθήματος:
| Αρσενικό (ανδρ.) | Αρσενικό (γυν.) | Θηλυκό (ανδρ.) | Θηλυκό (γυν.) | Σημασία |
|---|---|---|---|---|
| βαριού | βαζ̌ιού | βαρία | βαζ̌ία | βαρύς |
| μακριού | μακζ̌ιού | μακρία | μακζ̌ία | μακρύς |
τ → κ πριν από -ι- (ουδέτερο)
Όταν το θέμα λήγει σε -τ και το ουδέτερο επίθημα αρχίζει με -ι- (όπως στο -ιου), το τ ουρανώνεται σε κ:
| Αρσ. | Θηλ. | Ουδ. | Μεταγραφή (ουδ.) | Σημασία |
|---|---|---|---|---|
| πρώτε | πρώτα | πρώκιου | prókiou | πρώτος |
| τέταρτε | τέταρτε | τέταρκιου | tétarkiou | τέταρτος |
Η ίδια μεταβολή εμφανίζεται στα τακτικά αριθμητικά και σε αρκετές αντωνυμίες που αναδιαμορφώθηκαν κατά το πρότυπο των επιθέτων σε -ιου.
Συγκριτικός και υπερθετικός
Το συγκριτικό επίθημα -ούτερε / -ουτέρα / -ούτερου προστίθεται στο θέμα του θετικού και κλίνεται σαν επίθετο σε -ε / -α / -ου. Οι μονολεκτικοί συγκριτικοί είναι πιο παραγωγικοί στα Τσακώνικα απ’ ό,τι στην κοινή Νέα Ελληνική.
| Θετικός | Συγκριτικός (Α) | Συγκριτικός (Θ) | Συγκριτικός (Ο) | Σημασία |
|---|---|---|---|---|
| ἁτσ̌έ | ἁτσ̌ύτερε | ἁτσ̌υτέρα | ἁτσ̌ύτερου | μεγάλος |
| μιτσί | μιτσούτερε | μιτσουτέρα | μιτσούτερου | μικρός |
Ο μονολεκτικός υπερθετικός σε -τατε (που αναφέρει ο Deffner) απορρίπτεται από τον Κωστάκη ως μη τσακωνικός· η υπερθετική σημασία εκφράζεται αντ’ αυτού περιφραστικά (από τα συμφραζόμενα).
Tsakonian Digital Vault