Τα τσακωνικά ουσιαστικά ταξινομούνται κατά γένος, αριθμό και πτώση, αν και το σύστημα έχει υποστεί σημαντική απλούστευση και συρρίκνωση σε σχέση με τις αρχαιοελληνικές ρίζες του. Ενώ πολλά πρότυπα συμπίπτουν με τη Νέα Ελληνική, τα Τσακώνικα διατηρούν διακριτούς αρχαϊκούς τύπους και ιδιαίτερες εξελίξεις, ιδίως στις κλιτικές τους τάξεις και στην προοδευτική απώλεια της γενικής.

Γραμματικό γλωσσάρι:

  • Πτώση: γραμματική κατηγορία που δηλώνει τον ρόλο ενός ουσιαστικού στην πρόταση (υποκείμενο, κτήτορας, αντικείμενο κ.λπ.).
  • Ονομαστική: η πτώση που δηλώνει το υποκείμενο (‘η γάτα βλέπει’).
  • Γενική: η πτώση που δηλώνει κτήση ή σχέση (‘η ουρά της γάτας’).
  • Αιτιατική: η πτώση που δηλώνει το άμεσο αντικείμενο (‘βλέπω τη γάτα’).
  • Κλητική: η πτώση που χρησιμοποιείται για άμεση προσφώνηση (να καλέσει ή να απευθυνθεί σε κάποιον).
  • Κλίση: το πρότυπο καταλήξεων που ακολουθεί ένα ουσιαστικό.
  • Γένος: γραμματική ιδιότητα κάθε ουσιαστικού —αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο—, όχι αναγκαστικά συνδεδεμένη με το βιολογικό φύλο, που καθορίζει τις καταλήξεις άρθρου και επιθέτου που παίρνει το ουσιαστικό.

Για τη δωρική ιστορική προέλευση των ονοματικών τύπων, δείτε 1.3 Doric heritage. Για το πώς η απώλεια της γενικής επηρεάζει τη σύνταξη, δείτε 5.8 Syntax και 5.7 Prepositions and Postpositions.

Πτώσεις

Το τσακωνικό πτωτικό σύστημα αποτελείται κυρίως από τρεις λειτουργικές πτώσεις: ονομαστική, γενική και αιτιατική, συν μια κλητική άμεσης προσφώνησης. Η αρχαία δοτική έχει χαθεί εντελώς· δείτε Πρόσθετες πληροφορίες για το πώς εκφράζονται πλέον οι λειτουργίες της.

ΠτώσηΚύρια λειτουργίαΚατάσταση
ΟνομαστικήΥποκείμενο της πρότασηςΠλήρως λειτουργική
ΓενικήΚτήση, σχέσηΣε εξασθένηση· σχεδόν πλήρης απώλεια στον πληθυντικό
ΑιτιατικήΆμεσο αντικείμενο, αντικείμενο προθέσεωνΠλήρως λειτουργική· συχνά αντικαθιστά τη γενική
ΚλητικήΆμεση προσφώνησηΧωρίς διακριτή σήμανση

Ονομαστική πτώση

Η ονομαστική δηλώνει το υποκείμενο μιας πρότασης — το πρόσωπο ή το πράγμα που εκτελεί την ενέργεια. Είναι επίσης ο τύπος λήμματος: η μορφή με την οποία καταχωρίζεται ένα ουσιαστικό σε λεξικά και καταλόγους λέξεων.

Οι κύριες χρήσεις της είναι:

  • Υποκείμενο ρήματος — ο δράστης ή το θέμα για το οποίο μιλά η πρόταση:

Ο άθρωπο
O ázropo
‘Ο άντρας’

  • Κατηγορούμενο — το συμπλήρωμα του συνδετικού ‘είμαι’, που επίσης βρίσκεται στην ονομαστική.

Γενική πτώση

Η γενική δηλώνει κτήση και σχέση (‘η ουρά της γάτας’, ‘η πόρτα του σπιτιού’). Είναι η πιο συρρικνωμένη από τις λειτουργικές πτώσεις. Η γενική πληθυντικού έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τα ομιλούμενα Τσακώνικα. (Kisilier & Mertyris, 2018)

Στον ενικό, παραμένει παραγωγική για πολλά ουσιαστικά:

Ταρ αγάκη
Tar agáki
‘Της αγάπης’

Του βράχου
Tou vráchou
‘Του βράχου’

Η γενική υφίσταται προοδευτική συρρίκνωση και αντικατάσταση. Ενώ είναι λειτουργική στον ενικό για πολλά ουσιαστικά, έχει σχεδόν εξαφανιστεί στον πληθυντικό.

Η παρακμή της είναι ανομοιόμορφη ανά τύπο ουσιαστικού:

  • Ουδέτερα ουσιαστικά σε -άτου (-átou) και -ίου (-íou): οι σύγχρονοι ομιλητές έχουν χάσει σχεδόν εντελώς αυτούς τους τύπους (π.χ. τα σωμάτου (somátou), μαλίου (malíou) χρησιμοποιούνται σπάνια).
  • Θηλυκά ουσιαστικά σε -έ (): διακριτοί τύποι όπως κ̔αρέ (kharé, ‘φωτιά’) συχνά συνυπάρχουν με άκλιτες παραλλαγές (κ̔άρα, khára) ή έχουν εξαφανιστεί εντελώς.
  • Παραλλαγή: ορισμένα ουσιαστικά εμφανίζουν εξομάλυνση προς το πρότυπο -ου (-ou) ή πλήρη απώλεια καταλήξεων (π.χ. πέτσ̌ε (pétshe) → γεν. πέτσ̌ε (pétshe)).

Γενική πληθυντικού

Η γενική πληθυντικού περιορίζεται σε λίγες παγιωμένες εκφράσεις ηλικίας, ποσότητας ή αξίας που παρατίθενται παρακάτω (Kisilier & Mertyris, 2018). Παντού αλλού, η κτήση εκφράζεται μέσω εναλλακτικών δομών.

Δέκα χρονού καμπζί
Déka chronoú kampzzí
‘Ένα δεκάχρονο παιδί’

Δύ’ μηνού καμπζί
Dý’ minoú kampzzí
‘Ένα δίμηνο παιδί’

ΟνομαστικήΓεν. πληθ.ΜεταγραφήΣημασία
αμέρααμερούaméra, ameroú’μέρα’
γίδαγιδούgída, gidoú’γίδα’
δραχουμήδραχουμούdrachoumí, drachoumoú’δραχμή’
εριφόεριφούerifó, erifoú’κατσίκι’
μήναμηνούmína, minoú’μήνας’
χρόνεχρονούchróne, chronoú’χρόνος’
ψαλίαψαλιδούpsalía, psalidoú’ψαλίδι’

Περιφραστικές εναλλακτικές

Όπου η γενική δεν χρησιμοποιείται πλέον, η κτήση εκφράζεται ολοένα και περισσότερο μέσω δύο κύριων στρατηγικών (Kisilier & Mertyris, 2018):

  1. Αντικατάσταση με αιτιατική: οι πούε τα κότ̔α (oi poúe ta kótha, ‘τα πόδια της κότας’).
  2. Εμπρόθετοι προσδιορισμοί:
    • Με σε (‘σε/προς’): οι ψιλοί σ’ έταν̇η τα γουναίκα (oi psiloí s’ étan’i ta gounaíka, ‘τα μάτια αυτής της γυναίκας’). Συγχώνευση συμβαίνει πριν από το άρθρο: οι ψιλοί τ̒ουρ αθρίποι (oi psiloí tiour azrípoi, ‘τα μάτια των ανθρώπων’).
    • Με από (‘από’): οι πούε από τα καμπζία (oi poúe apó ta kampzzía, ‘τα πόδια των παιδιών’).

Αιτιατική πτώση

Η αιτιατική δηλώνει το άμεσο αντικείμενο ενός ρήματος και το αντικείμενο των περισσότερων προθέσεων. Καθώς η γενική υποχωρεί, η αιτιατική αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερο και τις δικές της λειτουργίες. Η χαμένη δοτική (έμμεσο αντικείμενο) εκφράζεται πλέον με την πρόθεση σε (‘σε’) ακολουθούμενη από αιτιατική.

Οι κύριες χρήσεις της είναι:

  • Άμεσο αντικείμενο — η οντότητα που επηρεάζεται άμεσα από την ενέργεια:

Ένι δίου το βιβλίε
Éni díou to vivlíe
‘Δίνω το βιβλίο’

  • Έμμεσο αντικείμενο — εκφράζεται με σε + αιτιατική, αντικαθιστώντας την παλιά δοτική:

Τ̔αν κοπέα
Than kopéa
‘Στο κορίτσι’

  • Αντικείμενο πρόθεσης:

Από τα καμπζία
Apó ta kampzzía
‘Από τα παιδιά’

  • Αντικατάσταση της γενικής — η αιτιατική χρησιμοποιείται συνήθως στη θέση μιας γενικής κτητικής: οι πούε τα κότ̔α (oi poúe ta kótha, ‘τα πόδια της κότας’).

Γένος

Τα Τσακώνικα έχουν τρία γένη: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο. Το γένος δεν συνδέεται αναγκαστικά με το βιολογικό φύλο· είναι γραμματική ιδιότητα κάθε ουσιαστικού, που δηλώνεται από το οριστικό άρθρο, την κατάληξη του ουσιαστικού και τη συμφωνία με τα επίθετα (Kisilier & Mertyris, 2018).

Οριστικό άρθρο κατά γένος

Ο σαφέστερος δείκτης του γένους ενός ουσιαστικού είναι το άρθρο που το συνοδεύει:

ΠτώσηΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήο (o)α (a)το (to)
Γενικήτου (tou)ταρ (tar) (φωνήεντα) / τα (ta) (σύμφ.)του (tou)
Αιτιατικήτον (ton)ταν (tan) (φωνήεντα) / τα (ta) (σύμφ.)το (to)

Οι παραλλαγές του θηλυκού άρθρου προκύπτουν από τον ρωτακισμό (τη φωνητική μεταβολή /s/ → /r/· δείτε 2. Phonology). Η συμπεριφορά εξαρτάται από τον επόμενο φθόγγο (Kisilier & Mertyris, 2018):

  • Πριν από φωνήεντα: τας (tas) → ταρ (tar) (π.χ. ταρ αγάκη (tar agáki) ‘της αγάπης’). Αυτό διατηρεί μια φωνολογική διάκριση μεταξύ γενικής και αιτιατικής.
  • Πριν από σύμφωνα: το τελικό /s/ του άρθρου γενικής και το τελικό /n/ του άρθρου αιτιατικής είτε αφομοιώνονται είτε χάνονται, με αποτέλεσμα οι πτώσεις να συμπίπτουν σε συγκρητισμό — τη συγχώνευση δύο άλλοτε διακριτών τύπων σε έναν (π.χ. α νύ[ι]θη (a ný[i]zi) → γεν./αιτ. τα νύ[ι]θη (ta ný[i]zi)).

Αρσενικά ουσιαστικά

Τα αρσενικά ουσιαστικά παίρνουν το άρθρο ο / του / τον και λήγουν κυρίως σε (αρχαία 1η κλίση) ή σε -ε / -ο / -έ / -ό (αρχαία 2η κλίση). Οι κλιτικές τους τάξεις φέρουν ετικέτες A1–A5 κατά (García Chaparro, 2023), κυρίως ανάλογα με την κατάληξη πληθυντικού.

Οι αρσενικοί πληθυντικοί κάνουν μια βασική διάκριση εμψυχίας — αν το αναφερόμενο είναι έμψυχο ή όχι (Liosis, 2017):

  • Τα έμψυχα ουσιαστικά παίρνουν -οι (-oi): αθρίποι (azrípoi, ‘άνθρωποι’), υζοί (yzzoí, ‘γιοι’).
  • Τα άψυχα ουσιαστικά παίρνουν -ου (-ou): τόπου (tópou, ‘τόποι’), ακ̔ού (akhoú, ‘σκεύη’).

Παράδειγμα A1 — Κατάληξη σε -α, πληθυντικός σε -οι

Έμψυχα ουσιαστικά που λήγουν σε , με γενική επίσης σε (που διακρίνεται κυρίως από το άρθρο) και πληθυντικό σε -οι. Οι γενικές σε -ου (σημειωμένες με αστερίσκο) προκύπτουν πιθανότατα από επίδραση της κοινής Νέας Ελληνικής.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
ο κ̔αβουρατου κ̔αβουρακ̔αβουροιo khávoura, tou khávoura, khávouroiκαβούρι
ο σ̌ίνατου σ̌ίνου*σ̌ίν̇οιo shína, tou shínou, shín’oiβουνό
ο Σπαρτιάτατου Σπαρτιατού*Σπαρτιάτοιo Spartiáta, tou Spartiatoú, SpartiátoiΣπαρτιάτης

Παράδειγμα A2 — τύπος ο/ε (αρχαία 2η κλίση)

Το πιο παραγωγικό αρσενικό πρότυπο: ονομαστικές σε -ο / -ό / -ε / -έ με γενική σε -ου / -ού (Kisilier & Mertyris, 2018). Ο πληθυντικός είναι -οι για τα έμψυχα και -ου για τα άψυχα. Ένας αντιπρόσωπος κάθε υποτύπου:

ΥποτύποςΟνομαστικήΓενικήΜεταγραφήΣημασία
-ο (disyll.)ο βράχοτου βράχουo vrácho, tou vráchouβράχος
-ό (disyll.)ο αγότου αγούo agó, tou agoúλαγός
-ο (trisyll.)ο άθρωποτου αθρούπουo ázropo, tou azroúpouάντρας
ο ξένετου ξένουo xéne, tou xénouξένος
ο υζέτου υζούo yzzé, tou yzzoúγιος

Παράδειγμα A3 — Κατάληξη σε -α, πληθυντικός σε -ου

Άψυχα ουσιαστικά του ίδιου τύπου σε α, των οποίων ο πληθυντικός λήγει σε -ου αντί για το έμψυχο -οι.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
ο όντατου όνταόντουo ónta, tou ónta, óntouδόντι

Παράδειγμα A4 — τύπος σε ε με πληθυντικό -ούνε

Μια μικρή ομάδα ουσιαστικών που λήγουν σε των οποίων ο πληθυντικός σχηματίζεται προσθέτοντας -νε στο θέμα της γενικής σε -ου, δίνοντας πληθυντικό σε -ούνε. Σε αντίθεση με την A2, αυτός ο πληθυντικός δεν εξαρτάται από την εμψυχία — είναι λεξικά καθορισμένος.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
ο άγιετου αγίουαγίουνεo ágie, tou agíou, agíouneεκκλησία

Παράδειγμα A5 — άκλιτη γενική, πληθυντικός σε -δε

Ένα σύνολο ουσιαστικών των οποίων η γενική είναι ίδια με την ονομαστική (χωρίς ιδιαίτερη κατάληξη γενικής) και των οποίων ο πληθυντικός σχηματίζεται προσθέτοντας -δε απευθείας στον τύπο της ονομαστικής. (García Chaparro, 2023):

ΚατάληξηΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
ο ψαράψαράψαράδεo psará, psará, psarádeψαράς
-ίαο βορίαβορίαβοριάδεo voría, voría, voriádeβοριάς
ο αφέγκηαφέγκηαφέγκηδεo afégki, afégki, afégkideπατέρας
ο καφέκαφέκαφέδεo kafé, kafé, kafédeκαφές
-ούο παππούπαππούπαππούδεo pappoú, pappoú, pappoúdeπαππούς

Ανώμαλα αρσενικά ουσιαστικά

Μια μικρή ομάδα συνεχίζει την αρχαία 3η κλίση ή αλλιώς αποκλίνει από τα κανονικά παραδείγματα. Οι γενικές τους σχηματίζονται σε διαφορετικό θέμα από την ονομαστική, κι αυτό είναι που τα καθιστά ανώμαλα (Kisilier & Mertyris, 2018).

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασίαΓιατί ανώμαλο
ο κούετου κουνέκούν̇οι (koún’oi)o koúe, tou kounéσκύλοςΓενική στο θέμα κουν- < αρχαίο κύων → κυνός
ο ούθιτου ουθίουουθίουνε (ouzíoúne)o oúzi, tou ouzíouφίδιΠροσθέτει -ίου σε θέμα 3ης κλίσης < ὄφις → ὄφεος
ο μήνατου μηνέμην̇οι (mín’oi)o mína, tou minéμήναςΓενική στο θέμα μην-· αρχαία 3η κλίση
ο ψιλέτου ψιούψιλ̣οί (psil’oí)o psilé, tou psioúμάτιΤο τελικό /l/ του θέματος χάνεται στη γενική
ο αθήτου αθήαθήνε (azíne)o azí, tou azíαδερφόςΠροσθέτει τον χαρακτηριστικά τσακωνικό πληθυντικό -νε
ο γέρουτου γέρουγέροι (géroi)o gérou, tou gérouγέροςΑμετάβλητη ονομαστική/γενική σε -ου

Σημείωση: το γούνα (goúna, ‘γόνατο’) εμφανίζει κινητικότητα γένους: μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως αρσενικό είτε ως ουδέτερο. Ως αρσενικό παίρνει τον έμψυχο πληθυντικό γούν̇οι (goún’oi)· ως ουδέτερο παίρνει τον αρχαίο πληθυντικό συμφωνόληκτου θέματος γούνατα (goúnata) (Kostakis, 1986b). Δείτε επίσης την ενότητα για τα ανώμαλα ουδέτερα ουσιαστικά.

Θηλυκά ουσιαστικά

Τα θηλυκά ουσιαστικά παίρνουν το άρθρο α / ταρ ~ τα / ταν ~ τα και λήγουν κυρίως σε (μερικά σε ή -ού). Οι κλιτικές τους τάξεις φέρουν ετικέτες Θ1–Θ5 κατά (García Chaparro, 2023), διακρινόμενες κυρίως από την κατάληξη πληθυντικού. Πριν από σύμφωνα η γενική και η αιτιατική συμπίπτουν (συγκρητισμός)· πριν από φωνήεντα ο ρωτακισμός τις κρατά διακριτές (ταρ έναντι ταν).

Παράδειγμα Θ1 — Κατάληξη σε -α ή -η, πληθυντικός σε -ε

Η πιο παραγωγική θηλυκή τάξη. Η γενική δηλώνεται μόνο από το άρθρο, εκτός αν υπάρχει και ένας δευτερεύων τύπος σε ή (δείτε Δευτερεύοντα πρότυπα γενικής).

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
α πούατα πούαπούεa poúa, ta poúa, poúeπόδι

Παράδειγμα Θ2 — Κατάληξη σε -α, πληθυντικός σε -λε

Ο πληθυντικός αντικαθιστά το τελικό φωνήεν με -λε.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
α τσ̑έατα τσ̑ελήτσ̑έλεa tsséa, ta tsselí, tsséleσπίτι

Παράδειγμα Θ3 — Κατάληξη σε -ά, πληθυντικός σε -άε

Ουσιαστικά με τονισμένη ονομαστική σε . Ο πληθυντικός προσθέτει στον τύπο της ονομαστικής.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
α μελισσάτα μελισσάμελισσάεa melissá, ta melissá, melissáeμέλισσα

Παράδειγμα Θ4 — Κατάληξη σε -ά ή -α, πληθυντικός σε -αδε

Ο πληθυντικός προσθέτει -δε στο θέμα της ονομαστικής.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
α γιορτάτα γιορτάγιορτάδεa giortá, ta giortá, giortádeγιορτή

Παράδειγμα Θ5 — Κατάληξη σε -ου, πληθυντικός σε -ουδε

Ουσιαστικά που λήγουν σε -ου, με γενική ίδια με την ονομαστική.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
α αλεπούτα αλεπούαλεπούδεa alepoú, ta alepoú, alepoúdeαλεπού

Δευτερεύοντα πρότυπα γενικής

Σε όλα τα παραδείγματα, ορισμένα ουσιαστικά σχηματίζουν μια διακριτή γενική με ιδιαίτερη κατάληξη αντί να βασίζονται μόνο στο άρθρο. Δύο καταλήξεις είναι παραγωγικές: και .

Γενική σε -έ () — η πιο κοινή δευτερεύουσα θηλυκή γενική, που πιθανώς προέρχεται από την αρχαιοελληνική τοπική (Kisilier & Mertyris, 2018):

ΟνομαστικήΓενικήΜεταγραφήΣημασία
α θάσσατα θασσέa zássa, ta zasséθάλασσα
α κ̔άρατα κ̔αρέa khára, ta kharéφωτιά
α κότ̔ατα κοτ̔έa kótia, ta kotiéκότα
α γίδατα γιδέa gída, ta gidéγίδα
α νιούτ̔ατα νιουτ̔έa nioútia, ta nioutiéνύχτα
α μοίρατα μοιρέa moíra, ta moiréμοίρα
α χούρατα χουρέa choúra, ta chouréχωράφι
α σκούπατα σκουπέa skoúpa, ta skoupéσκούπα
α καμάρατα καμαρέa kamára, ta kamaréκαμάρα
α κράκατα κρατσ̑έa kráka, ta kratséκλειδί
α κατσούατα κατσουλέa katsoúa, ta katsouléγάτα
α κούλικατα κουλιτσ̑έa koúlika, ta koulitsséαγελάδα
α φούκ̔ατα φουτσ̑έa foúkha, ta foutséκοιλιά
α αβουτάνατα αβουτανέa avoutána, ta avoutanéαυτί
α κολιούρατα κολιουρέa kolioúra, ta koliouréκουλούρα
α στέρνατα στερνέa stérna, ta sternéστέρνα
α τσ̂οίτατα τσ̂οιτέa tssoíta, ta tssoitéκρεβάτι
α σβάρνατα σβαρνέa svárna, ta svarnéσβάρνα
α προβάτατα προβατέa prováta, ta provatéπροβατίνα

Γενική σε -ή () — μια μικρότερη ομάδα που προέρχεται από την αρχαία 3η κλίση (Kisilier & Mertyris, 2018):

ΟνομαστικήΓενικήΜεταγραφήΣημασία
α [α]μέρατα [α]μερήa [a]méra, ta [a]meríμέρα
α γουναίκατα γουναιτσ̑έa gounaíka, ta gounaitssíγυναίκα
α μάτητα ματερήa máti, ta materíμητέρα
α σάτητα σατερήa sáti, ta sateríκόρη
α χέρατα χερήa chéra, ta cheríχέρι
α άμπελετα αμπελ̣ήa ámpele, ta ampel’íαμπέλι
α κοπέατα κοπελ̣ήa kopéa, ta kopel’íκορίτσι
α τσ̌ίχατα τσ̌ιχήa tshícha, ta tshichíμαλλί
α τσουφάτα τσουφαλ̣ήa tsoufá, ta tsoufal’íκεφάλι

Ανώμαλα θηλυκά ουσιαστικά

Μερικά θηλυκά ουσιαστικά σχηματίζουν τη γενική ή τον πληθυντικό τους σε εκτεταμένο ή τροποποιημένο θέμα (Kisilier & Mertyris, 2018):

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασίαΓιατί ανώμαλο
α μάτημάτη / ματερίματέρε (matére)máti, máti / materíμητέραΓενική και πληθυντικός στο εκτεταμένο θέμα ματερ-
α σάτησάτη / σατερίσατέρε (satére)sáti, sáti / sateríκόρηΓενική και πληθυντικός στο εκτεταμένο θέμα σατερ-
α άμπελεάμπελε / άμπελ̣ήάμπελ̣ή (ampel’í)ámpele, ámpele / ampel’íαμπέλιΓενική σε μαζί με έναν άκλιτο τύπο
α κρόποκρόπουκρόπε (krópe)krópo, krópouκοπριάΘηλυκό με γενική σε -ου αρσενικής όψης

Ουδέτερα ουσιαστικά

Τα ουδέτερα ουσιαστικά παίρνουν το άρθρο το / του / το (η ονομαστική και η αιτιατική είναι πάντα ίδιες). Οι κλιτικές τους τάξεις φέρουν ετικέτες Υ1–Υ5 κατά (García Chaparro, 2023), διακρινόμενες κυρίως από την κατάληξη πληθυντικού.

Παράδειγμα Υ1 — πληθυντικός σε -α

Η μεγαλύτερη ομάδα, με γενική σε -ου. Η ονομαστική μπορεί να λήγει σε , -ο ή (στον υποτύπο σε -ι ο τόνος της γενικής παραμένει στο θέμα αντί να μετακινείται στην κατάληξη).

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
το μόκ̔οτου μόκ̔ουτα μόκ̔αto mókho, tou mókhou, ta mókhaμοσχάρι
το σούκοτου σούκουτα σούκαto soúko, tou soúkou, ta soúkaσύκο
το πεύκοτου πεύκουτα πεύκαto peúko, tou peúkou, ta peúkaπεύκο
το γάστενετου γαστένουτα γάστεναto gástene, tou gasténou, ta gástenaκάστανο
το σίδερετου σιδέρουτα σίδεραto sídere, tou sidérou, ta síderaσίδερο
το χόντιτου χόντουτα χόνταto chónti, tou chóntou, ta chóntaχόρτο
το σκούνδιτου σκούντουτα σκούνταto skoúndi, tou skoúntou, ta skoúntaσκόρδο
το χωζ̌ύγιτου χωζ̌ύγουτα χωζ̌ύγαto chozhýgi, tou chozhýgou, ta chozhýgaασβέστης
το άσ̌ιτα άσ̌αto áshi, ta áshaαστέρι

Παράδειγμα Υ2 — πληθυντικός σε -ματα ή -ιματα

Προέρχονται από αρχαία θέματα 3ης κλίσης σε -ματος: η γενική λήγει σε -μάτου ή -ιμάτου και ο πληθυντικός σε -ματα ή -ιματα.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
το σώματου σωμάτουτα σώματαto sóma, tou somátou, ta sómataσώμα
το χώματου χωμάτουτα χώματαto chóma, tou chomátou, ta chómataχώμα
το πούματου πουμάτουτα πούματαto poúma, tou poumátou, ta poúmataκαπάκι
το γράψιμοτου γραψιμάτουτα γραψίματαto grápsimo, tou grapsimátou, ta grapsímataγράψιμο
το σ̌άψιμοτου σ̌αψιμάτουτα σ̌αψίματαto shápsimo, tou shapsimátou, ta shapsímataράψιμο

Ένα ακόμη αρχαϊκό ουδέτερο διατηρεί αρχαίο συμφωνόληκτο θέμα με την ίδια γενική σε -άτου: το γούνα / του γουνάτου (to goúna, tou gounátou, ‘γόνατο’) < γόνατος.

Παράδειγμα Υ3 — πληθυντικός σε -ια

Η γενική λήγει σε -ίου· ο πληθυντικός προσθέτει δίνοντας -ια.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
το καμπζίτου καμπζίουτα καμπζίαto kampzzí, tou kampzzíou, ta kampzzíaπαιδί
το δάκρυτου δακρύουτα δάκρυαto dákry, tou dakrýou, ta dákryaδάκρυ
το ψάζ̌ιτου ψαζ̌ίουτα ψάζ̌ιαto psázhi, tou psazhíou, ta psázhiaψάρι
το πουλίτου πουλίουτα πουλίαto poul̃í, tou poul̃íou, ta poul̃íaπουλί
το λεοντάριτου λεονταρίουτα λεοντάριαto leontári, tou leontaríou, ta leontáriaλιοντάρι

Παράδειγμα Υ4 — πληθυντικός σε -ητα

Ένα μικρό σύνολο αφηρημένων ουσιαστικών· γενικά στερούνται διακριτής γενικής.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
το θάρριτα θάρρηταto zárri, ta zárritaθάρρος

Παράδειγμα Υ5 — πληθυντικός σε -ατα

Ένας σπάνιος τύπος. Η γενική, όταν υπάρχει, σχηματίζεται σε εκτεταμένο θέμα σε -άτου.

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασία
το κρίετου κριάτουτα κρίαταto kríe, tou kriátou, ta kríataκρέας
το είιδετα είιδαταto eíide, ta eíidataρούχα

Ανώμαλα ουδέτερα ουσιαστικά

Αρκετά ουδέτερα σχηματίζουν απρόβλεπτο πληθυντικό σε τροποποιημένο θέμα (García Chaparro, 2023):

ΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικόςΜεταγραφήΣημασίαΓιατί ανώμαλο
το κόκαλεκόκαλεκόκα (kóka)kókaleκόκαλοΟ πληθυντικός αποβάλλει το τμήμα -αλε
το τσ̌έρβουλετσ̌έρβουλετσ̌έρβα (tshérva)tshérvouleσανδάλιΟ πληθυντικός αποβάλλει το τμήμα -ουλε
το π̔ιτόκαλεπ̔ιτόκαλεπ̔ιτόκα (phitóka)phitókaleπλάστηςΟ πληθυντικός αποβάλλει το τμήμα -αλε
το κάλ̣ικάλ̣ικάβα (káva)kál’iξύλοΠληθυντικός σε θέμα -β-
το μάλ̣ιμάλ̣ιμάβα (máva)mál’iμήλοΠληθυντικός σε θέμα -β-
το άιάιάζα (ázza)áiλάδιΠληθυντικός σε θέμα -ζ-
το γαγάτουγάτα (gáta)to ga, tou gátouγάλαΓενική και πληθυντικός σε αρχαίο θέμα -τ- < γάλακτος
το υουβάτουύβατα (ývata)to yo, tou yvátouνερόΓενική και πληθυντικός σε αρχαίο θέμα -τ- < ὕδατος

Παράρτημα: πλήρης πίνακας παραδειγμάτων ουσιαστικών

Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει κάθε κανονική κλιτική τάξη και ανώμαλο ουσιαστικό σε ένα μέρος, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της (García Chaparro, 2023). Για να τον χρησιμοποιήσετε, βρείτε το γένος ενός ουσιαστικού και έπειτα αντιστοιχίστε τις καταλήξεις ονομαστικής και γενικής με μια γραμμή· η στήλη Πληθυντικός δίνει την αντίστοιχη κατάληξη πληθυντικού. Οι ετικέτες τάξεων (A = αρσενικό, Θ = θηλυκό, Υ = ουδέτερο) αντιστοιχούν στους πίνακες των παραπάνω ενοτήτων.

ΓένοςΤύποςΟνομαστικήΓενικήΠληθυντικός
MasculineA1-α (-a)-α (-a)-οι (-oi)
A2-α (-a)-α (-a)-ε (-e)
A3-α (-a)-α (-a)-ου (-ou)
A1-ε / -ο (-e / -o)-ου (-ou)-οι (-oi)
A3-ε / -ο (-e / -o)΄-ου (‘-ou)-ου (-ou)
A4-ε / -ο (-e / -o)-ου (-ou)-ουνε (-oune)
A5-α / -η (-a / -i)
-ε / -ου (-e / -ou)
-α / -η (-a / -i)
-ε / -ου (-e / -ou)
-αδε / -ηδε (-ade / -ide)
-εδε / -ουδε (-ede / -oude)
Irreg.γέρου (gérou)γέρου (gérou)γέροι (géroi)
αθή (azí)αθή (azí)αθήνε (azíne)
ούθι (oúzi)ουθίου (ouzíou)ουθίουνε (ouzíoúne)
ψιλέ (psilé)ψιού (psioú)ψιλ̣οί (psil’oí)
κούε (koúe)κουνέ (kouné)κούν̇οι (koún’oi)
μήνα (mína)μηνέ (miné)μην̇οι (mín’oi)
FeminineΘ1-α (-a)-α / -έ (-a / -é)-ε (-e)
Θ2-α (-a)-α / -έ (-a / -é)-λε (-le)
Θ4-α (-a)-α / -έ (-a / -é)-αδε (-ade)
Θ3-ά ()-α / -έ (-a / -é)-άε (-áe)
Θ1-η (-i)-η / -έ (-i / -é)-ε (-e)
Θ5-ου (-ου)-ου (-ou)-ουδε (-oude)
Irreg.μάτη (máti)μάτη / ματερί (máti / materí)ματέρε (matére)
σάτη (sáti)σάτη / σατερί (sáti / saterí)σατέρε (satére)
άμπελε (ámpele)άμπελε / άμπελ̣ή (ámpele / ampel’í)άμπελ̣ή (ampel’í)
κρόπο (krópo)κρόπου (krópou)κρόπε (krópe)
NeuterΥ5-ε (-e)-ατα (-ata)
Υ1-ο / -υ (-o / -y)-ου (-ou)-α (-a)
Υ3-ι (-i)-ίου (-íou)-ια (-ia)
Υ4-η (-i)-ητα (-ita)
Υ1-ου (-ou)-ου (-ou)-α (-a)
Υ2-μα / -ιμο (-ma / -imo)-μάτου / -ιμάτου (-mátou / -imátou)-ματα / -ιματα (-mata / -imata)
Irreg.κόκαλε (kókale)κόκαλε (kókale)κόκα (kóka)
τσ̌έρβουλε (tshérvoule)τσ̌έρβουλε (tshérvoule)τσ̌έρβα (tshérva)
π̔ιτόκαλε (phitókale)π̔ιτόκαλε (phitókale)π̔ιτόκα (phitóka)
κάλ̣ι (kál’i)κάλ̣ι (kál’i)κάβα (káva)
μάλ̣ι (mál’i)μάλ̣ι (mál’i)μάβα (máva)
άι (ái)άι (ái)άζα (ázza)
γα (ga)γάτου (gátou)γάτα (gáta)
υο (yo)υβάτου (yvátou)ύβατα (ývata)

Πρόσθετες πληροφορίες

Η χαμένη δοτική πτώση

Η δοτική πτώση (που δηλώνει έμμεσα αντικείμενα, π.χ. ‘στη γάτα’) έχει χαθεί εντελώς. Αντ’ αυτής, το έμμεσο αντικείμενο εκφράζεται με πρόθεση (συνήθως σε, ‘σε’) ακολουθούμενη από αιτιατική. Για παράδειγμα, για να πει κανείς ‘δίνω το βιβλίο στο κορίτσι’, λέει ένι δίου το βιβλίε τ̔αν κοπέα (éni díou to vivlíe than kopéa). Πρώιμες καταγραφές (π.χ. Οικονόμος, 1870) ανέφεραν τύπους δοτικής, αλλά αυτοί ήταν είτε αιτιατικές με πρόθεση είτε σφάλματα επηρεασμένα από την καθαρεύουσα — το αρχαϊκό επίσημο μητρώο της ελληνικής που χρησιμοποιούνταν σε επίσημα συμφραζόμενα ως τη δεκαετία του 1970, το οποίο διατηρούσε τεχνητά αρχαίους τύπους που δεν υπήρχαν στην ομιλούμενη γλώσσα (Kisilier & Mertyris, 2018).

Αριθμός και πτώση στον πληθυντικό

Ο σχηματισμός του τσακωνικού πληθυντικού είναι σε μεγάλο βαθμό άπτωτος στα πελοποννησιακά ιδιώματα: ένας ενιαίος τύπος πληθυντικού εξυπηρετεί γενικά όλους τους συντακτικούς ρόλους (Liosis, 2017).

Μια εξαίρεση εμφανίζεται στους ημιομιλητές του βόρειου υποϊδιώματος, που ορισμένες φορές αποκαθιστούν το -ου (-ou) ως δείκτη αιτιατικής πληθυντικού (π.χ. ονομ. πληθ. οι ελάφοι (oi eláfoi) έναντι αιτ. πληθ. τιρ ελάφου (tir eláfou)), επανεισάγοντας μια πτωτική διάκριση σε ένα κατά τα άλλα συγκρητικό παράδειγμα (Liosis, 2017).

Επίδραση της Νέας Ελληνικής στη γενική

Αρκετά αρσενικά ουσιαστικά τύπου σε α εμφανίζουν γενική σε -ου (π.χ. του σ̌ίνου, του Σπαρτιατού) όπου ο κληρονομημένος τύπος θα έληγε σε . Αυτές οι γενικές σε -ου προκύπτουν πιθανότατα από επίδραση της κοινής Νέας Ελληνικής παρά από αυτόχθονη τσακωνική εξέλιξη (Kisilier & Mertyris, 2018).